σοφός

σοφός, ή, όν ['умный'] 1. ловкий, искусный; 2. мудрый, разумный (ср. философ, теософ; историософ)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "σοφός" в других словарях:

  • σοφός — skilled in any handicraft masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σοφός — ή, ό / σοφός, ή, όν, ΝΜΑ, και αιολ. τ. σύφος Α 1. πλούσιος σε γνώσεις, πολυμαθής, αυτός που γνωρίζει τα πράγματα σε βάθος, ευρυμαθής 2. έξυπνος, ευφυής (α. «σοφό παιδί» β. «ὅστις σ , Ὀδυσσεῡ, μὴ λέγει γνώμη σοφὸν φῡναι... μῶρός ἐστ ἀνήρ», Σοφ.) 3 …   Dictionary of Greek

  • σοφός — [софос] εκ. мудрый, учёный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σοφός — ή, ό επίρρ. ά 1. πολυμαθής: Ο Σόλωνας ήταν ένας από τους εφτά σοφούς της αρχαιότητας. 2. συνετός, μετρημένος: Οι σοφές συμβουλές του δασκάλου του τον βοήθησαν πολύ στη ζωή. – Η χώρα αυτή κυβερνήθηκε από σοφούς πολιτικούς. 3. κατάλληλος, αυτός που …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προσποιη(σί)σοφος — ον, Α ο προσποιούμενος τον σοφό. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσποιοῦμαι + σοφός, συνθ. τού τύπου τερψίμβροτος*] …   Dictionary of Greek

  • Οὐδεὶς δ’ἀνθρώπων αὐτὸς ἅπαντα σοφός. — См. Всезнанья Бог человеку не дал …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • σοφά — σοφός skilled in any handicraft neut nom/voc/acc pl σοφά̱ , σοφός skilled in any handicraft fem nom/voc/acc dual σοφά̱ , σοφός skilled in any handicraft fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σοφώτερον — σοφός skilled in any handicraft adverbial comp σοφός skilled in any handicraft masc acc comp sg σοφός skilled in any handicraft neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σοφωτάτω — σοφός skilled in any handicraft masc/neut nom/voc/acc superl dual σοφός skilled in any handicraft masc/neut gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σοφωτάτων — σοφός skilled in any handicraft fem gen superl pl σοφός skilled in any handicraft masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σοφωτέραις — σοφός skilled in any handicraft fem dat comp pl σοφωτέρᾱͅς , σοφός skilled in any handicraft fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.